19 Μαϊου 2018- Στουτγάρδη TÜRKAN BALABAN δημοσιογράφος από την Τραπεζούντα

TÜRKAN BALABAN

19 Μαϊου 2018- Στουτγάρδη

353.000 θύματα…, δεν είναι μονάχα ένας αριθμός, είναι ανθρώπινες ζωές.

Στην εποχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας των Νεότουρκων όπως και αργότερα στην εποχή του Μουσταφά Κεμάλ εξόντωσαν ανθρώπους με βάναυσους τρόπους, μόνο και μόνο γιατί για χιλιάδες από αυτούς το όνομα Πόντος σήμαινε καρδιά, ψυχή κι αγάπη, ήταν το όνομα τους.

Στις 19. Μαΐου 1919, με την άφιξη του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα άρχισε η τελευταία φάση της μεγάλης γενοκτονίας. Αυτό κράτησε ως το 1923 και σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα δολοφονήθηκαν 353.000 άνθρωποι όπου χύθηκε πολύ αίμα στην περιοχή του Ευξείνου Πόντου. Ο Πόντος, ο μεγάλος Μέλας Πόντος βάφτηκε από το αίμα κόκκινος. Ήταν ο τόπος σκηνικού μιας γενοκτονίας με κύρια θύματα γυναίκες και παιδιά. Όπως και να το δει κανείς, οι 353.000 είτε ως αριθμός είτε ως γράμματα, ήταν παιδιά, γέροι, άνδρες και γυναίκες ….ήταν ανθρώπινες ζωές που εξοντώθηκαν σε αυτή τη χώρα.

Πέθαναν σε πορείες θανάτου από την πείνα, τη δίψα, από κακοποιήσεις και κτηνωδίες. Οι επιζώντες ήταν υποχρεωμένοι να ζήσουν μια ζωή δίχως αναμνήσεις.

Τα μεγαλύτερα θύματα της γενοκτονίας των Ποντίων ήταν κυρίως γυναίκες.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της γενοκτονίας οι πόντιες γυναίκες ήταν ο στόχος των μουσουλμάνων ανδρών. Ο θάνατος δεν ήταν ο μοναδικός σκοπός τους. Σκόπευαν να εκμεταλλευτούν την σωματική αδυναμία των γυναικών, επειδή οι γυναίκες ήταν αυτές που γεννούσαν. Αυτές ήταν η συνέχεια της ζωής.

Για αυτό το λόγο οι γυναίκες υπέστησαν επίσης και σεξουαλικές κακοποιήσεις. Σχεδίαζαν να τις σκοτώσουν, να τις ταπεινώσουν, να τις υποτιμήσουν, και αυτό επίσης δεν δίστασαν να το πράξουν και στις εκκλησίες.

Ποιές ήταν πιο τυχερές? Οι γυναίκες τις οποίες πρώτα βίασαν κι έπειτα έκαψαν ζωντανές μέσα στις εκκλησίες? ´Η οι γυναίκες που αναγκάστηκαν να γίνουν μουσουλμάνες? Τις έκλεισαν μέσα σε χαρέμια, τις χώρισαν από τα παιδιά τους. Ήταν μάρτυρες των δολοφονιών των ανδρών, των πατεράδων και αδελφών.

Οι πόντιες γυναίκες δεν φοβήθηκαν όμως αυτόν τον θάνατο, προτίμησαν να αγωνιστούν μαζί με τους αντάρτες της αντίστασης στην ίδια γραμμή. Πήραν όπλα, φόρεσαν ανδρικά ρούχα και έφυγαν στα βουνά. Έδεσαν τα παιδιά τους στην πλάτη και πολέμησαν.

Ούτε ο Τοπάλ Οσμάν, ούτε οι άνδρες του αλλά ούτε και οι στρατιώτες του κεντρικού στρατού γνώριζαν αν πολεμούσαν με άνδρες ή με γυναίκες.

Αντί να τις τρομάξουν με το θάνατο των αγαπημένων τους, το πνεύμα τους εμψυχώθηκε περισσότερο και με μοναδικό θάρρος συνέχισαν να αγωνίζονται και να θυσιάζονται.

Οι Πόντιοι έπαθαν γενοκτονία σε τρία μέρη.

Οι δολοφονίες φθάνουν τις 353.000, άνθρωποι που σκοτώθηκαν και εξοντώθηκαν βάναυσα. Για τους οποίους δεν υπάρχει ούτε τάφος σήμερα.

Επίσης εξορίστηκαν. 189.000 άνθρωποι εκδιώχθηκαν από τις πανάρχαιες πατρίδες τους σε άλλες χώρες. Όσοι έμειναν πίσω έχασαν την ταυτότητα τους. Αυτοί οι οποίοι δεν θέλησαν να φύγουν από τη γη τους, εξισλαμίστηκαν και εκτουρκίστηκαν με βίαιους τρόπους.

Όσοι έγιναν Τούρκοι και δέχθηκαν το Ισλάμ για να επιζήσουν, έζησαν την πιο σκληρή αφομοίωση γιατί παρέδωσαν την ταυτότητα τους, τη θρησκεία και τη γλώσσα τους.

Στη σημερινή Τουρκία, στις περιοχές του Ευξείνου Πόντου ζουν χιλιάδες άνθρωποι που έχασαν ταυτότητα και γλώσσα, σε αυτούς ανήκω και εγώ. Βρίσκομαι σήμερα εδώ και μιλώ ως παιδί εξισλαμισμένων ελληνικών οικογενειών.

Το γεγονός ότι στην Τουρκία υπάρχουν χιλιάδες Έλληνες, μέσα σε αυτούς είμαι και εγώ, που ζούμε με διαφορετική εθνική ταυτότητα, δείχνει ότι η γενοκτονία κατά κάποιο τρόπο συνεχίζεται.

Είμαστε μια μεγάλη οικογένεια. Ήθελαν να μας χωρίσουν και να μας σκοτώσουν.

Δεν τα κατάφεραν. Δεν μπόρεσαν να μας εξοντώσουν.

Παρόλα αυτά, σήμερα πολλοί άνθρωποι στον Πόντο ψάχνουν την ταυτότητα τους ή προσπαθούν να την κρατήσουν με συνείδηση.

Το ότι βρίσκομαι σήμερα εδώ και μιλώ, είναι η απόδειξη ότι δεν τα κατάφεραν. Η φωνή μας είναι η απόδειξη ότι όντως δεν τα κατάφεραν.

Για αυτό το λόγο λέμε ότι είμαστε ακόμη εδώ.

Βρισκόμαστε εδώ!

Μπροστά στα 353.000 θύματα της γενοκτονίας των Ποντίων υποκλίνομαι με μεγάλο σεβασμό.

Επίσης υποκλίνομαι με μεγάλο σεβασμό μπροστά στον Άντον Πασά, τον Κοτζά Αναστάς και την Ελένη Τσαούς.